Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Δαβίδ εναντίον Γολιάθ

Διαβάζω στα Νέα ότι Παναγιωτόπουλος και Αγγελόπουλος διεκδικούν αμφότεροι θέση στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ Βενετίας. Και μου έρχεται στο νου η εικόνα του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Τόσο από την πλευρά του ειδικού καλλιτεχνικού βάρους όσο και από την πλευρά της (υλικής) υποστήριξης.

Αν θα έπρεπε να διαλέξω μεταξύ των δύο θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Θεωρώ τον Αγγελόπουλο μεγάλο σκηνοθέτη αλλά κάποιες εμμονές του με κουράζουν. Για μένα η τελευταία του καλή ταινία ήταν το "βλέμμα του Οδυσσέα". Από την άλλη θεωρώ τον Παναγιωτόπουλο ικανό για το καλύτερο και για το χειρότερο. Από τον αμήχανο "Εργένη" στο πολύ καλό "Αυτή η νύχτα μένει". Από το εξαιρετικό "Delivery" στο μετριότατο "Πεθαίνοντας στην Αθήνα".

Μακάρι να διαγωνιστούν τελικά και οι δύο σκηνοθέτες. Διότι, αν μη τι άλλο, είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο ελληνικός κινηματογράφος τις τελευταίες δεκαετίες.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2008

Ο στρατός ως κινηματογραφικό είδος

Με αφορμή την κλήση μου για μετεκπαίδευση στον ελληνικό στρατό θεώρησα ενδιαφέρον να παρουσιάσω το "σημαντικό" αυτό θεσμό μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, πιο κινηματογραφικό.

Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας προσπάθησα πολλές φορές να κατατάξω το στρατό σε κάποιο είδος, όχι απαραίτητα κινηματογραφικό. Δεν τα κατάφερα απόλυτα. Με δεδομένο όμως ότι ο στρατός, παρά την αυστηρή ιεραρχική του δομή και τη (φαινομενική) σοβαρότητά του, είναι εν τέλει άλλος ένας (απίστευτα) γραφειοκρατικός και αργοκίνητος δημόσιος οργανισμός, το μόνο κινηματογραφικός είδος στο οποίο εμπίπτει 100% δεν είναι άλλο από την κωμωδία.

Στο ερώτημα ποιο είδος κωμωδίας απαντώ: "Σε όλα από λίγο". Αλλά στο post αυτό θα ασχοληθώ μόνο με το αμερικάνικο μπουρλέσκ.

Το μπουρλέσκ άνθισε στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και είχε ως κυριότερους εκφραστές μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον. Αποτελεί επί της ουσίας την ενσωμάτωση όλων των τεχνασμάτων πρόκλησης γέλιου είκοσι πέντε αιώνων θεάτρου, τσίρκου, βαριετέ και παντομίμας με ταυτόχρονη εκμετάλλευση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της σκηνοθεσίας.

Ειδικά το μοντάζ έδωσε τη δυνατότητα στους δημιουργούς να παραλείπουν τα όποια αφηγηματικά στοιχεία τους φαίνονταν αποτυχημένα, κακογυρισμένα ή πληκτικά. Και φυσικά στους ηθοποιούς μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Στην περίπτωση του στρατού το μπουρλέσκ είναι διάχυτο και προσεγγίζει πολλές φορές και το σλάπστικ (που σημαίνει χοντροκομμένο αστείο). Απαιτεί όμως από το θεατή μεγάλη παρατηρητικότητα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί σκηνοθέτης και μοντάζ δεν υπάρχουν που σημαίνει ότι ο θεατής θα πρέπει να ξεχωρίσει την αυθεντικά κωμική σκηνή μέσα σε ένα σύνολο βαρετών και ανούσιων γεγονότων.

Δεύτερον γιατί ο στρατός δεν είναι , δυστυχώς ή ευτυχώς, βουβός και έτσι έχουμε ταυτόχρονη παρεμβολή άλλων δύο τουλάχιστον είδών κινηματογραφικής κωμωδίας, της κωμωδίας σκρούμπολ και της σουρεαλιστικής και παράλογης κωμωδίας των Μόντι Πάιθον. Αλλά με τα είδη αυτά θα ασχοληθώ σε επόμενα posts.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ένας νέος, διαφορετικός Άλεν

Για πολύ καιρό θεωρούσα ότι η τελευταία πραγματικά καλή ταινία του Γούντι Άλεν ήταν το "Διαλύοντας το Χάρι" ενώ το "Anything Else" μού φάνηκε σαν μια τελευταία αναλαμπή της φαινομενικά φθίνουσας πορείας του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη. Και ενώ δεν περίμενα πια τίποτα άλλο ήρθε το "Match Point" να ταράξει τα νερά.

Και ήρθε να τα ταράξει όχι γιατί ήταν απλά μια αριστουργηματική ταινία αλλά γιατί, κατά τη γνώμη μου, σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στο ύφος και τα εκφραστικά μέσα του Άλεν. Με το φιλοσοφικό στοχασμό να παραμένει και τη μπεργκμανική αθεϊα να συνεχίζει να στοιχειώνει την ατμόσφαιρα, ο Άλεν αποφάσισε να εγκαταλείψει το "ασφαλές" καταφύγιο του χιούμορ (που συχνά λειτουργούσε ως άλλοθι) και να αντικαταστήσει τις εγκεφαλικές και θανατηφόρες ατάκες του με νέα όπλα, πιο "κινηματογραφικά".

Ήρωες βγαλμένοι από τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι, κινηματογράφηση που θυμίζει Χίτσκοκ και ένας διάχυτος πεσσιμισμός σε ένα νέο περιβάλλον, πιο "ευρωπαϊκό", αποτελούν τα βασικά συστατικά του "νέου" Άλεν.

Και αν το Match Point ήταν η υποψία, το "Όνειρο της Κασσάνδρας" ήταν για μένα η επιβεβαίωση των παραπάνω (προσπερνώ συνειδητά το ανεκδίηγητο "Scoop"). Δε γνωρίζω ποια θα είναι η συνέχεια αλλά σε κάθε περίπτωση ένας νέος κύκλος δημιουργίας έχει ξεκινήσει ήδη για το αειθαλή Γούντι.




Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Παιχνίδια μυαλού...

Πράξη πρώτη: Ο φτωχός, ακαλλιέργητος αλλά ωραίος νεαρός εισέρχεται με αυτοπεποίθηση στα όρια της αυθάδειας, στο κάστρο του πλούσιου, εκλεπτυσμένου πλην όμως απατημένου συζύγου. Η επιθυμία, ή μάλλον απαίτηση, του πρώτου απλή: Η σύζυγος του δεύτερου.

Μια σύζυγος η οποία ποτέ δεν εμφανίζεται ακριβώς γιατί είναι μόνο η αφορμή. Η αφορμή για μια σειρά "παιχνιδιών" εξουσίας και επιβολής τα οποία, αν και παίζονται σε (υπερβολικά) μοντέρνο περιβάλλον, έχουν τις ρίζες τους στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρωπίνου είδους.

Οι κανόνες του πρώτου παιχνιδιού τίθενται άμεσα, χωρίς περιστροφές και (φαίνονται να) είναι απλοί. Μια σκηνοθετημένη ληστεία έναντι της συζύγου και 800.000 λιρών. Η παγίδα; Προφανής. Η αντίληψή της από το νεαρό; Ανύπαρκτη. Η κατάληξη; Σετ και νίκη(?) στο σύζυγο.

Πράξη δεύτερη: Ο "νικητής" σύζυγος δέχεται την απρόοπτη επίσκεψη ενός ντετέκτιβ. Κατηγορείται χωρίς περιστροφές. Παρουσιάζει την εκδοχή του. Δε γίνεται πιστευτός. Πρέπει να τιμωρηθεί. Η τιμωρία του; Άλλο ένα παιχνίδι: Ο εξευτελισμός του φόβου. Οφθαλμός αντί οφθαλμού! Σετ στο νεαρό και ισοπαλία.

Πράξη τρίτη: Απέλπιδα προσπάθεια αντεπίθεσης. Το παιχνίδι; Αυτό της αποπλάνησης. Πιστευτό; Περισσότερο από το πρώτο. Πετυχημένο; Παραλίγο. Έχει σημασία; Όχι γιατί το όλο ζήτημα διευθετείται τελικά με τον κλασικό και πλέον αναμενόμενο τρόπο. Νικητής; Ο σύζυγος. Το έπαθλο;

Ποιο έπαθλο;





Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Demystifying the Mist

Βλέποντας την "Ομίχλη" του Φρανκ Ντάραμποντ πραγματικά μπερδεύτηκα. Σε όλη τη διάρκειά της προσπαθούσα να αποφασίσω τι είναι. Ένα b-movie τρόμου με τέρατα και ελεγχόμενες δόσεις splatter; Μια θρησκευτική παραβολή με σαφή οικολογικά μηνύματα και ταυτόχρονη κριτική απέναντι τόσο στη θρησκοληψία όσο και στον ορθολογισμό; Ή μήπως μια εντελώς απαισιόδοξη ματιά στην ανθρώπινη φύση η οποία εν τέλει δεν είναι ικανή να πράξει τίποτα καλό; Τελικά θα έλεγα και τα τρία. Το γλυκό όμως δε δένει και τόσο καλά.

Κι αυτό γιατί τελικά ούτε η ίδια η ταινία αποφασίζει τι είναι. Αντίθετα, παρακολουθεί κανείς μια συνεχή εναλλαγή σοβαρότητας και αφέλειας, υποδόριου τρόμου και γραφικών τεράτων (οι αράχνες μου θύμισαν μέχρι και Χάρι Πότερ), ρεαλιστικών χαρακτήρων και καρικατούρων. Που τελικά καθιστούν το, ομολογουμένως συγκλονιστικό, φινάλε σχεδόν ξένο σώμα ως προς την υπόλοιπη ταινία.

Όσο για τα ιδεολογήματα της ταινίας δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν, στο σκηνοθέτη ή το συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κριτική απέναντι στη θρησκοληψία και το συντηρητισμό είναι μάλλον επιφανειακή, παρά την, καθαρτική για πολλούς, δολοφονία της ηρωίδας της Χάρντεν. Αντίθετα, η "τιμωρία" των ορθολογιστών είναι μεγαλύτερη με highlight το φινάλε της ταινίας.

Από την άλλη πλευρά πρέπει να πω ότι μου άρεσε το μωσαϊκό χαρακτήρων της ταινίας και η (σκηνοθετική) διαχείρισή του στον περιορισμένο χώρο του super market. Και θα συμφωνήσω ότι σε στιγμές κρίσης οι άνθρωποι βγάζουν το χειρότερό τους εαυτό. Δεν είμαι μόνο σίγουρος ότι χρειάζεται μια τέτοιου είδους ταινία για να πει κάτι τέτοιο.

Τελικά δε θα συνταχθώ ούτε με τις διθυραμβικές κριτικές των Νέων και του Έθνους (κύριοι, με κάνετε να αρχίσω να πιστεύω σε θεωρίες συνομωσίας χωρίς να το θέλω) αλλά ούτε και με μηδενιστικές κριτικές όπως αυτή στο blog "Movies for the Masses". Θα πω απλά ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Ντάραμποντ (Η "Τελευταία έξοδος" ήταν σαφώς ανώτερη) αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι άλλη μια φτηνή και ανεγκέφαλη ταινία τρόμου. Αντίθετα διαθέτει αρκετό "μυαλό" και πολύ ενδιαφέρουσα αισθητική. Στη διάρκεια της ταινίας όμως τα στοιχεία αυτά μοιάζουν συχνά να χάνονται. Κι αυτό κάνει την όλη εμπειρία τουλάχιστον προβληματική.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Περί διασκευών...

Κάθε φορά που μαθαίνω για μια νέα ταινία που αποτελεί διασκευή (remake αν προτιμάτε) κάποιας παλαιότερης, σπεύδω καταρχήν να δω την αυθεντική. Όχι τόσο από προκατάληψη ή περιφρόνηση προς το καινούριο (και αντιστοίχως εμμονή για το παλιό) ούτε και για να μπορέσω, σε περίπτωση που η διασκευή δε μου αρέσει, να (κατα)κρίνω το σκηνοθέτη που τόλμησε να αναμετρηθεί με το αυθεντικό. Τα παραδείγματα άλλωστε επιτυχημένων διασκευών είναι αρκετά ενώ κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα (ίσως και την υποχρέωση) να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του ανεξάρτητα από το αν θα βγει νικητής ή όχι.

Αυτό που κυρίως αναζητώ στην αυθεντική ταινία είναι ακριβώς αυτοί οι δαίμονες. Εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας που είδε ο (χρονικά και όχι απαραίτητα ηλικιακά) νεότερος σκηνοθέτης και που αποφάσισε να τα ξαναδώσει στο κοινό υπό το δικό του, αυτή τη φορά, πρίσμα. Και τα αναζητώ χωρίς να τα έχω δει πριν στη νέα τους έκδοση για ένα και μόνο λόγο: Για να τα ξαναανακαλύψω αργότερα.

Και εξηγούμαι: Μια διασκευή μπορεί να κυμαίνεται από πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης ταινίας έως κάτι που μόνο αμυδρά να τη θυμίζει. Σε κάθε περίπτωση όμως, και εφόσον πρόκειται για διασκευή και όχι απλά για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, η πρώτη ταινία ενυπάρχει στη δεύτερη. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός μετάλλαξης και σύνθεσης των στοιχείων της πρώτης.

Η πρόκληση λοιπόν έγκειται στη διαδικασία εντοπισμού και κατανόησης των μεταλλάξεων και των συνθέσεων αυτών. Τόσο γιατί τελικά (και) αυτό είναι ο κινηματογράφος, ένα συνεχές δηλαδή παιχνίδι μεταλλάξεων σε επίπεδο εικόνας και λόγου, όσο και γιατί μέσω της διαδικασίας αυτής απολαμβάνει κανείς καλύτερα και πιο ουσιαστικά τη σπουδαία αυτή τέχνη.

Υ.Γ. Αφορμή για όλα τα παραπάνω αποτέλεσε η ταινία "Sleuth" του Joseph Mankiewicz την οποία και είδα προσφατα με αφορμή τη διασκευή της από τον Kenneth Branagh. Την τελευταία σκοπεύω να δω σύντομα και να επανέλθω στο θέμα με αντίστοιχη ανάλυση.



Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Πασχαλινές ταινίες για όλη την οικογένεια...

Στο παρασκήνιο της κατάνυξης και της περισυλλογής στην οποία θα περιέλθει το χριστεπώνυμο πλήρωμα τις επόμενες μέρες ας μου επιτραπεί να προτείνω μερικές ταινίες τις οποίες όλοι οι (κατ' ευφημισμό και μη) πιστοί θα ήταν χρήσιμο να δουν:

Ταινία: Δεκάλογος

Σκηνοθέτης: Κριστόφ Κισλόφσκι

Έτος: 1989

Σχόλιο: Οι 10 εντολές δοσμένες από έναν πιστό καθολικό ο οποίος δεν κάνει καθολικό κήρυγμα αλλά καθολική τέχνη. Ένα ανθρωπιστικό μανιφέστο χωρίς θαύματα, θάλασσες που ανοίγουν και κακούς Ρωμαίους.




Ταινία: Ο τελευταίος πειρασμός

Σκηνοθέτης; Μάρτιν Σκορτσέζε

Έτος: 1988

Σχόλιο: Η ανθρώπινη πλευρά του Θεανθρώπου η οποία αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τη θεϊκή. Ένας αφορισμένος συγγραφέας που οποιοσδήποτε άθεος (συμπεριλαμβανομένου εμού) θα διαφωνούσε μαζί του ακριβώς γιατί το έργο του είναι υπερβολικά χριστιανικό.




Ταινία: Ένας προφήτης μα τι προφήτης

Σκηνοθέτης; Τέρι Τζόουνς

Έτος: 1979

Σχόλιο: Ξεκαρδιστική σάτιρα, στα όρια του σουρεαλισμού, που αναδεικνύει τον πολιτικό χαρακτήρα της θρησκείας. Ανελέητο σχόλιο στο ζήτημα του μεσσιανισμού αλλά και αισιόδοξη ματιά στο μέλλον της ανθρωπότητας (Always look at the bright side of life...).




Ταινία: Jesus Christ Superstar

Σκηνοθέτης; Νόρμαν Τζούισον

Έτος: 1973

Σχόλιο: Η απόδειξη ότι ο Χριστός (και η θρησκεία) μπορεί να είναι rock, έστω και όπερα. Η υπόδειξη ότι μια ιστορία μπορεί να έχει και άλλες, μη τονισμένες αλλά εξίσου σημαντικές, πλευρές.