Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Περί δικαιοσύνης...

Το είναι αναμεμειγμένο με το φαίνεσθαι, η αντικειμενικότητα χαμένη μέσα στην υποκειμενικότητα και η σιγουριά των πολλών επιτιθέμενη στην αμφιβολία του ενός. Αυτοί είναι οι δώδεκα ένορκοι. Δώδεκα άνδρες οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν για την ενοχή ή την αθωότητα ενός ανθρώπου, μέσα σε ένα κλειστοφοβικό δωμάτιο και χωρίς να το έχουν επιλέξει οι ίδιοι. Και που “θυμώνουν” όταν ένας εξ’ αυτών αρνείται να επικυρώσει την αρχική (και μάλλον αβασάνιστη) ενοχοποιητική απόφαση των υπολοίπων, καθώς αυτό τους στερεί την πολυπόθητη ομοφωνία που θα τους στείλει όλους σπίτια τους μια ώρα αρχύτερα.

Φυσικά ...

Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2009

Περί παιχνιδιών...

SLEUTH (1972): Η ταινία Sleuth θα μπορούσε εύκολα να περιγραφεί ως ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού αλλά δεν είναι. Δεν είναι γιατί κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μονοσήμαντα είτε ως το ένα είτε ως το άλλο αφού οι δύο ρόλοι συνεχώς εναλλάσσονται. Δεν είναι επίσης γιατί ένας τέτοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει τον αβασάνιστο και μανιχαϊστικό διαχωρισμό των δύο χαρακτήρων σε θύτη και θύμα, κάτι που δε φαίνεται τελικά να ισχύει. Και δεν είναι, τέλος, γιατί απλά ένα τέτοιο παιχνίδι δεν θα ήταν ενδιαφέρον.

Αντίθετα,
...


Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Νέο κινηματογραφικό blog

Στις 25 Αυγούστου ξεκίνησε η λειτουργία ενός νέου πολυσυλλεκτικού blog κινηματογραφικής κριτικής, ονόματι 25th Frame, στο οποίο θα συμμετάσχω κι εγώ με κριτικές επιλεγμένων ταινιών. Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της όλης προσπάθειας συνοψίζονται στο εισαγωγικό κείμενο του blog. Η δική μου συμμετοχή εγκαινιάστηκε στις 14 Οκτωβρίου με την ταινία Runaway Train. Έπεται συνέχεια...

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Περί μαγείας...

Συνήθως, αντιμετωπίζω τις ταινίες με μάγους με κάποια επιφύλαξη καθώς θεωρώ ότι είναι πολύ εύκολο να πέσουν στην παγίδα του φτηνού εντυπωσιασμού και της μηδενικής ουσίας έχοντας το άλλοθι της θεματολογίας. Κατά τη γνώμη μου, η μαγεία είναι ένα άλλο ένα μέσο το οποίο στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη μπορεί να οδηγήσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα ενώ στα χέρια ενός λιγότερο ικανού να αποτελέσει απλά μια ανούσια επίδειξη ύφους. Κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει και με τις ταινίες "The illusionist" και "The Prestige" που προβλήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν ταυτόχρονα και που έτυχε να δω κι εγώ μόλις πρόσφατα.

Οι δύο ταινίες τυχαίνει να έχουν βασικές ομοιότητες. Πρώτα απ' όλα έχουν σαν βασικό τους άξονα τη μαγεία ως ψευδαίσθηση και ως απάτη, με ελάχιστες νύξεις υπερφυσικού από την πλευρά του "The illusionist". Δεύτερον, η έμφαση δίνεται περισσότερο στους ήρωες παρά στα τεκταινόμενα γύρω τους. Δεν ενδιαφέρει τόσο το τι κάνουν αλλά γιατί το κάνουν. Ο μεν Νόρτον για τον έρωτα (και ενδεχόμενως και για την πολιτική), οι δε Τζάκμαν και Μπέιλ για το αίσθημα ικανοποίησης από την επικράτηση επί του αντιπάλου. Τέλος, το στοιχείο της ανατροπής κάνει την εμφάνισή του και στα δύο φινάλε σε μια προσπάθεια των σκηνοθετών να απογειώσουν ακόμα περισσότερο τις ταινίες τους.

Και κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Διότι ο Μπέργκερ του "The illusionist" αποδεικνύεται λίγος σε σχέση με τον Κρίστοφερ Νόλαν του "The Prestige" και αδυνατεί να χειριστεί αποτελεσματικά το υλικό που έχει στα χέρια του. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει βασικός άξονας στην ταινία αλλά σκόρπιες ιδέες. Το στοιχείο του έρωτα του μάγου με την δούκισσα δεν υποστηρίζεται αρκετά, τόσο από το σενάριο όσο και από την όμορφη πλην ατάλαντη Τζέσικα Μπιλ. Η λανθάνουσα πολιτική χροιά της ταινίας παραμένει λανθάνουσα καθώς μέχρι το τέλος δεν καταλαβαίνουμε εάν ο Αϊζενχάιμ έχει τελικά πολιτικά κίνητρα ή όχι. Τέλος, η νύξη ότι τα μαγικά κόλπα του Νόρτον μπορεί να είναι πράγματι υπερφυσικά παραμένει νύξη. Ή, αν θέλετε, ακυρώνεται κάπως άκομψα από το μάλλον προβλέψιμο (βλέπε σκηνή δολοφονίας) ανατρεπτικό(;) φινάλε της ταινίας. Στα θετικά κρατάω την ατμόσφαιρα και τη φωτογραφία της ταινίας και την (ακόμα μία) εξαιρετική ερμηνεία του Νόρτον.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, ο Νόλαν μοιάζει να είναι πιο σίγουρος γι' αυτό που κάνει. Έχει στο μυαλό του το πού θέλει να φτάσει και κατευθύνει το θεατή όπως ακριβώς αυτός θέλει. Αναπτύσσει πάρα πολύ καλά τις ψυχολογίες των χαρακτήρων του και και κορυφώνει την εμπειρία με ένα φινάλε που είναι σοκαριστικό όχι γιατί έχει πτώματα αλλά γιατί δείχνει τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης φύσης. Για ένα μόνο πράγμα ψέγω το Νόλαν. Για την ιδέα της μηχανής του Τέσλα που, αν και καταλαβαίνω ότι ήταν απαραίτητη για το καταπληκτικό φινάλε, θεωρώ ότι ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Κυριακή, 07 Σεπτεμβρίου 2008

Η βλακεία είναι (συχνά) επικίνδυνη

Γυρίζοντας από τις διακοπές και πριν με πάρουν (ξανά) φαντάρο είπα να ξεκινήσω τον κινηματογραφικό μου χειμώνα με μερικές επαναλήψεις. Έτσι ξαναείδα το Φάργκο. Και το λάτρεψα ακόμα περισσότερο.

Αν οι "μελλοθάνατοι" των Κοέν, που είδα πρόσφατα, είναι ένα πεσσιμιστικό αλλά αιχμηρό σχόλιο στη "βαθιά" και αφασική Αμερική (Τέξας) τότε το Φάργκο είναι ένα πιο κωμικό αλλά εξίσου αιχμηρό σχόλιο που τοποθετείται λίγο βορειότερα (Βόρεια Ντακότα και Μινεσότα). Το κρύο των περιοχών αυτών μοιάζει να έχει παγώσει τα μυαλά των κατοίκων οι οποίοι αντιμετωπίζουν με τον πιο ηλίθιο τρόπο τα πιο σοβαρά θέματα.

Οι δύο δολοφόνοι καθώς και ο εντολέας τους είναι αρχετυπικό δείγμα "ανίκανων". Οι μεν αντιμετωπίζουν την ανικανότητά τους γεμίζοντας τον κόσμο πτώματα, ο δε παίζοντας εντελώς αποτυχημένο θέατρο. Παρόλα αυτά ο μόνος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την αλήθεια και πιάνει τους "κακούς" είναι μια αστυνομικός που όχι μόνο μοιάζει με απίστευτο βλαχαδερό αλλά είναι και έγκυος κιόλας. Η ειρωνεία στο μεγαλείο της.

Μια ειρωνεία που είναι απολαυστική και συνάμα αποκαλυπτική για το τι και πώς της ταινίας. Αρκεί κανείς να προσέξει τις μικρές λεπτομέρειες στους πραγματικά απολαυστικούς διαλόγους και να αφεθεί στην, προφανώς επιτηδευμένη, επίδραση του λευκού φόντου της ταινίας.



Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Δαβίδ εναντίον Γολιάθ

Διαβάζω στα Νέα ότι Παναγιωτόπουλος και Αγγελόπουλος διεκδικούν αμφότεροι θέση στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ Βενετίας. Και μου έρχεται στο νου η εικόνα του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Τόσο από την πλευρά του ειδικού καλλιτεχνικού βάρους όσο και από την πλευρά της (υλικής) υποστήριξης.

Αν θα έπρεπε να διαλέξω μεταξύ των δύο θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Θεωρώ τον Αγγελόπουλο μεγάλο σκηνοθέτη αλλά κάποιες εμμονές του με κουράζουν. Για μένα η τελευταία του καλή ταινία ήταν το "βλέμμα του Οδυσσέα". Από την άλλη θεωρώ τον Παναγιωτόπουλο ικανό για το καλύτερο και για το χειρότερο. Από τον αμήχανο "Εργένη" στο πολύ καλό "Αυτή η νύχτα μένει". Από το εξαιρετικό "Delivery" στο μετριότατο "Πεθαίνοντας στην Αθήνα".

Μακάρι να διαγωνιστούν τελικά και οι δύο σκηνοθέτες. Διότι, αν μη τι άλλο, είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο ελληνικός κινηματογράφος τις τελευταίες δεκαετίες.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Ο στρατός ως κινηματογραφικό είδος

Με αφορμή την κλήση μου για μετεκπαίδευση στον ελληνικό στρατό θεώρησα ενδιαφέρον να παρουσιάσω το "σημαντικό" αυτό θεσμό μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, πιο κινηματογραφικό.

Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας προσπάθησα πολλές φορές να κατατάξω το στρατό σε κάποιο είδος, όχι απαραίτητα κινηματογραφικό. Δεν τα κατάφερα απόλυτα. Με δεδομένο όμως ότι ο στρατός, παρά την αυστηρή ιεραρχική του δομή και τη (φαινομενική) σοβαρότητά του, είναι εν τέλει άλλος ένας (απίστευτα) γραφειοκρατικός και αργοκίνητος δημόσιος οργανισμός, το μόνο κινηματογραφικός είδος στο οποίο εμπίπτει 100% δεν είναι άλλο από την κωμωδία.

Στο ερώτημα ποιο είδος κωμωδίας απαντώ: "Σε όλα από λίγο". Αλλά στο post αυτό θα ασχοληθώ μόνο με το αμερικάνικο μπουρλέσκ.

Το μπουρλέσκ άνθισε στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και είχε ως κυριότερους εκφραστές μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον. Αποτελεί επί της ουσίας την ενσωμάτωση όλων των τεχνασμάτων πρόκλησης γέλιου είκοσι πέντε αιώνων θεάτρου, τσίρκου, βαριετέ και παντομίμας με ταυτόχρονη εκμετάλλευση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της σκηνοθεσίας.

Ειδικά το μοντάζ έδωσε τη δυνατότητα στους δημιουργούς να παραλείπουν τα όποια αφηγηματικά στοιχεία τους φαίνονταν αποτυχημένα, κακογυρισμένα ή πληκτικά. Και φυσικά στους ηθοποιούς μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Στην περίπτωση του στρατού το μπουρλέσκ είναι διάχυτο και προσεγγίζει πολλές φορές και το σλάπστικ (που σημαίνει χοντροκομμένο αστείο). Απαιτεί όμως από το θεατή μεγάλη παρατηρητικότητα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί σκηνοθέτης και μοντάζ δεν υπάρχουν που σημαίνει ότι ο θεατής θα πρέπει να ξεχωρίσει την αυθεντικά κωμική σκηνή μέσα σε ένα σύνολο βαρετών και ανούσιων γεγονότων.

Δεύτερον γιατί ο στρατός δεν είναι , δυστυχώς ή ευτυχώς, βουβός και έτσι έχουμε ταυτόχρονη παρεμβολή άλλων δύο τουλάχιστον είδών κινηματογραφικής κωμωδίας, της κωμωδίας σκρούμπολ και της σουρεαλιστικής και παράλογης κωμωδίας των Μόντι Πάιθον. Αλλά με τα είδη αυτά θα ασχοληθώ σε επόμενα posts.