Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Με φωτιά και με μαχαίρι...

Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που απ΄ τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Νίκος Γκάτσος - Κεμάλ

Μπορεί 1+1 να κάνει 1; Μπορεί δύο ή περισσότερα άτομα να είναι το ίδιο πρόσωπο παρόλο που τα χωρίζει χρόνος, τόπος και προσδοκίες; Μοιάζει με αίνιγμα της μυθικής Σφίγγας αλλά δεν είναι. Διότι εδώ δεν πρόκειται για παιγνιώδη τερτίπια της λογικής αλλά για το παράλογο χάος, ενός πολέμου ειδικότερα και της ανθρώπινης κατάστασης γενικότερα. Ένα χάος το οποίο είναι σε θέση να παράγει μίσος από αγάπη με την ίδια ευκολία που παράγει αγάπη από μίσος. Σε μια αέναη και μάταιη προσπάθεια συμψηφισμού των δύο με την ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή η μπίλια θα σταματήσει στη φωτεινή πλευρά.

Η ταινία "Μέσα από τις φλόγες" σε αντίθεση με το συνυποψήφιό της στα Όσκαρ Κυνόδοντα, δεν απομονώνει ούτε και στοχοποιεί την οικογένεια ως δύναμη αλλοτρίωσης. Αντίθετα την τοποθετεί στη δίνη των γεγονότων τονίζοντας, με λίγη υπερβολή ίσως, την ενότητά της. Η εξίσωση 1+1=1 εμφανίζεται παντού, ανάμεσα σε κόρη και μάνα, γιο και πατέρα, αδελφό και αδελφή. Με τρόπο όχι απαραίτητα θετικό αλλά τέτοιο που να αναδεικνύει τις θολές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ ελπίδας και απελπισίας, ευτυχίας και δυστυχίας, καλού και κακού. Σαν μια μικρογραφία του κόσμου όπου χριστιανοί και μουσουλμάνοι είναι καταδικασμένοι να συνυπάρχουν εναλλασσόμενοι στο ρόλο του θύτη και του θύματος, με ανύπαρκτη πρακτικά διαφορά στο αποτέλεσμα.

Κάπως έτσι καταδικασμένα είναι και τα δύο αδέρφια της ταινίας να υπακούσουν στην τελευταία επιθυμία της μητέρας τους και να ανακαλύψουν την υπόλοιπη οικογένειά τους. Όχι από επιθυμία, συμπόνια ή υποχρέωση αλλά γιατί απλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η επιτύμβια πέτρα στον τάφο της μητέρας θα μπει μόνο όταν αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια και ο μακάριος τούτος κόσμος θα συνεχίσει τη νομοτελειακή του αμφιταλάντευση ανάμεσα στις δυο πλευρές του φεγγαριού.

Υ.Γ.: Είναι αρκετά δύσκολο να πάρει κανείς μια ιστορία τόσο συναισθηματικά και πολιτικά φορτισμένη και να αποφύγει το μελόδραμα και την πολιτικολογία. Ο σκηνοθέτης του "Μέσα από τις φλόγες" το καταφέρνει αυτό, όχι αποποιούμενος το συναίσθημα ή την πολιτική αλλά μέσω εντέχνως νατουραλιστικής σκηνοθεσίας η οποία κάνει τα τεκταινόμενα επί της οθόνης να μοιάζουν σχεδόν με καθημερινότητα. Κι αν αυτό σημαίνει ότι ο θεατής μπορεί να μη νιώσει συγκλονισμένος τη στιγμή που βλέπει την ταινία, για ρωτήστε τον λίγες ώρες ή μέρες μετά.


Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Ένας κύκνος υψηλών πτήσεων

«Χρόνο; Έτσι απλώς χρόνο; Όχι καλέ μου, δεν είναι αυτή του διαβόλου η πραμάτεια. Δεν κερδίζουμε έτσι το έπαθλο να μας ανήκει το τέλος. Τι λογής χρόνο, αυτό είναι το ζητούμενο! Μεγάλο χρόνο, τρελό χρόνο, διαβολεμένο χρόνο, όπου όλα είναι του ύψους και του υπερύψους – κι ύστερα πάλι λίγη αθλιότητα φυσικά, βαθιά αθλιότητα μάλιστα, ..., αυτό είναι το σωστό και το πρέπον, αυτός είναι ο τρόπος και η φύση του καλλιτέχνη»

Τόμας Μαν - Δρ. Φάουστους

Ένας μαύρος κύκνος είναι σίγουρα ένα σπάνιο γεγονός, μια στατιστική απιθανότητα που όμως, κρίνοντας από τις σχετικές επιστημονικές ανακαλύψεις, μπορεί να κάνει την εμφάνισή της αρκεί να είναι κανείς διατεθειμένος να πάει λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι συνήθως. Σε ένα κόσμο όμως λευκών κύκνων, ροζ δωματίων, σιδηράς (αυτο)πειθαρχίας και γονεϊκών απωθημένων, πώς μπορεί κανείς να ζητά από την (κάθε) Νίνα να ανακαλύψει και να διανύσει μια τέτοια διαδρομή; Με συμβουλές εύπεπτης ψυχολογίας του τύπου “Ανακάλυψε το βαθύτερο εαυτό σου” ή “Έλα σε ισορροπία με το είναι σου”; Μα φυσικά όχι, εδώ χρειάζονται δραστικότερα μέτρα όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και ο κυνικός Διάβολος διαλαλώντας την πραμάτεια του στο παραπάνω απόσπασμα.

Φυσικά η Νίνα δεν κάνει συνειδητά συμφωνία με το διάβολο, το μυαλό της όμως αναζητά απεγνωσμένα καθοδήγηση. Και, αν πιστέψουμε τη ρήση “Η κόλαση είναι οι άλλοι”, τότε αρκούν ένας γοητευτικός δάσκαλος και μια εν δυνάμει ανταγωνίστρια για να δείξουν το δρόμο. Προς τι; Μα φυσικά προς μερικά λεπτά χορευτικού “υπερύψους” και (προσωρινής δυστυχώς) απεικόνισης της σκοτεινής πλευράς των “Pas de chat” και των ροζ πουέντ για την τέρψη ενός ανυποψίαστου κοινού.

Ο Αρονόφσκι ακολουθεί τη Νίνα σε αυτήν της τη διαδρομή θολώνοντας επιτυχώς τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης και απεικονίζοντας μια προσωπική “κόλαση” καθόλα ρεαλιστική και ελκυστική για τον αμφιβληστροειδή του θεατή. Το αν το κάνει από σκηνοθετική ξιπασιά ή αν δανείζεται στοιχεία από τον Πολάνσκι και τον Κρόνενμπεργκ μικρή σημασία έχει. Το θέμα δεν είναι το κίνητρο και τα υλικά αλλά η εκτέλεση μιας συνταγής παρόμοια της οποίας είχαμε καιρό να γευτούμε από τους εκπροσώπους της έβδομης τέχνης, αμερικάνους και μη. Ας την απολαύσουμε λοιπόν!

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Περί δικαιοσύνης...

Το είναι αναμεμειγμένο με το φαίνεσθαι, η αντικειμενικότητα χαμένη μέσα στην υποκειμενικότητα και η σιγουριά των πολλών επιτιθέμενη στην αμφιβολία του ενός. Αυτοί είναι οι δώδεκα ένορκοι. Δώδεκα άνδρες οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν για την ενοχή ή την αθωότητα ενός ανθρώπου, μέσα σε ένα κλειστοφοβικό δωμάτιο και χωρίς να το έχουν επιλέξει οι ίδιοι. Και που “θυμώνουν” όταν ένας εξ’ αυτών αρνείται να επικυρώσει την αρχική (και μάλλον αβασάνιστη) ενοχοποιητική απόφαση των υπολοίπων, καθώς αυτό τους στερεί την πολυπόθητη ομοφωνία που θα τους στείλει όλους σπίτια τους μια ώρα αρχύτερα.

Φυσικά ...

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Περί παιχνιδιών...

SLEUTH (1972): Η ταινία Sleuth θα μπορούσε εύκολα να περιγραφεί ως ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού αλλά δεν είναι. Δεν είναι γιατί κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μονοσήμαντα είτε ως το ένα είτε ως το άλλο αφού οι δύο ρόλοι συνεχώς εναλλάσσονται. Δεν είναι επίσης γιατί ένας τέτοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει τον αβασάνιστο και μανιχαϊστικό διαχωρισμό των δύο χαρακτήρων σε θύτη και θύμα, κάτι που δε φαίνεται τελικά να ισχύει. Και δεν είναι, τέλος, γιατί απλά ένα τέτοιο παιχνίδι δεν θα ήταν ενδιαφέρον.

Αντίθετα,
...


Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Νέο κινηματογραφικό blog

Στις 25 Αυγούστου ξεκίνησε η λειτουργία ενός νέου πολυσυλλεκτικού blog κινηματογραφικής κριτικής, ονόματι 25th Frame, στο οποίο θα συμμετάσχω κι εγώ με κριτικές επιλεγμένων ταινιών. Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της όλης προσπάθειας συνοψίζονται στο εισαγωγικό κείμενο του blog. Η δική μου συμμετοχή εγκαινιάστηκε στις 14 Οκτωβρίου με την ταινία Runaway Train. Έπεται συνέχεια...

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Περί μαγείας...

Συνήθως, αντιμετωπίζω τις ταινίες με μάγους με κάποια επιφύλαξη καθώς θεωρώ ότι είναι πολύ εύκολο να πέσουν στην παγίδα του φτηνού εντυπωσιασμού και της μηδενικής ουσίας έχοντας το άλλοθι της θεματολογίας. Κατά τη γνώμη μου, η μαγεία είναι ένα άλλο ένα μέσο το οποίο στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη μπορεί να οδηγήσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα ενώ στα χέρια ενός λιγότερο ικανού να αποτελέσει απλά μια ανούσια επίδειξη ύφους. Κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει και με τις ταινίες "The illusionist" και "The Prestige" που προβλήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν ταυτόχρονα και που έτυχε να δω κι εγώ μόλις πρόσφατα.

Οι δύο ταινίες τυχαίνει να έχουν βασικές ομοιότητες. Πρώτα απ' όλα έχουν σαν βασικό τους άξονα τη μαγεία ως ψευδαίσθηση και ως απάτη, με ελάχιστες νύξεις υπερφυσικού από την πλευρά του "The illusionist". Δεύτερον, η έμφαση δίνεται περισσότερο στους ήρωες παρά στα τεκταινόμενα γύρω τους. Δεν ενδιαφέρει τόσο το τι κάνουν αλλά γιατί το κάνουν. Ο μεν Νόρτον για τον έρωτα (και ενδεχόμενως και για την πολιτική), οι δε Τζάκμαν και Μπέιλ για το αίσθημα ικανοποίησης από την επικράτηση επί του αντιπάλου. Τέλος, το στοιχείο της ανατροπής κάνει την εμφάνισή του και στα δύο φινάλε σε μια προσπάθεια των σκηνοθετών να απογειώσουν ακόμα περισσότερο τις ταινίες τους.

Και κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Διότι ο Μπέργκερ του "The illusionist" αποδεικνύεται λίγος σε σχέση με τον Κρίστοφερ Νόλαν του "The Prestige" και αδυνατεί να χειριστεί αποτελεσματικά το υλικό που έχει στα χέρια του. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει βασικός άξονας στην ταινία αλλά σκόρπιες ιδέες. Το στοιχείο του έρωτα του μάγου με την δούκισσα δεν υποστηρίζεται αρκετά, τόσο από το σενάριο όσο και από την όμορφη πλην ατάλαντη Τζέσικα Μπιλ. Η λανθάνουσα πολιτική χροιά της ταινίας παραμένει λανθάνουσα καθώς μέχρι το τέλος δεν καταλαβαίνουμε εάν ο Αϊζενχάιμ έχει τελικά πολιτικά κίνητρα ή όχι. Τέλος, η νύξη ότι τα μαγικά κόλπα του Νόρτον μπορεί να είναι πράγματι υπερφυσικά παραμένει νύξη. Ή, αν θέλετε, ακυρώνεται κάπως άκομψα από το μάλλον προβλέψιμο (βλέπε σκηνή δολοφονίας) ανατρεπτικό(;) φινάλε της ταινίας. Στα θετικά κρατάω την ατμόσφαιρα και τη φωτογραφία της ταινίας και την (ακόμα μία) εξαιρετική ερμηνεία του Νόρτον.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, ο Νόλαν μοιάζει να είναι πιο σίγουρος γι' αυτό που κάνει. Έχει στο μυαλό του το πού θέλει να φτάσει και κατευθύνει το θεατή όπως ακριβώς αυτός θέλει. Αναπτύσσει πάρα πολύ καλά τις ψυχολογίες των χαρακτήρων του και και κορυφώνει την εμπειρία με ένα φινάλε που είναι σοκαριστικό όχι γιατί έχει πτώματα αλλά γιατί δείχνει τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης φύσης. Για ένα μόνο πράγμα ψέγω το Νόλαν. Για την ιδέα της μηχανής του Τέσλα που, αν και καταλαβαίνω ότι ήταν απαραίτητη για το καταπληκτικό φινάλε, θεωρώ ότι ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Η βλακεία είναι (συχνά) επικίνδυνη

Γυρίζοντας από τις διακοπές και πριν με πάρουν (ξανά) φαντάρο είπα να ξεκινήσω τον κινηματογραφικό μου χειμώνα με μερικές επαναλήψεις. Έτσι ξαναείδα το Φάργκο. Και το λάτρεψα ακόμα περισσότερο.

Αν οι "μελλοθάνατοι" των Κοέν, που είδα πρόσφατα, είναι ένα πεσσιμιστικό αλλά αιχμηρό σχόλιο στη "βαθιά" και αφασική Αμερική (Τέξας) τότε το Φάργκο είναι ένα πιο κωμικό αλλά εξίσου αιχμηρό σχόλιο που τοποθετείται λίγο βορειότερα (Βόρεια Ντακότα και Μινεσότα). Το κρύο των περιοχών αυτών μοιάζει να έχει παγώσει τα μυαλά των κατοίκων οι οποίοι αντιμετωπίζουν με τον πιο ηλίθιο τρόπο τα πιο σοβαρά θέματα.

Οι δύο δολοφόνοι καθώς και ο εντολέας τους είναι αρχετυπικό δείγμα "ανίκανων". Οι μεν αντιμετωπίζουν την ανικανότητά τους γεμίζοντας τον κόσμο πτώματα, ο δε παίζοντας εντελώς αποτυχημένο θέατρο. Παρόλα αυτά ο μόνος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την αλήθεια και πιάνει τους "κακούς" είναι μια αστυνομικός που όχι μόνο μοιάζει με απίστευτο βλαχαδερό αλλά είναι και έγκυος κιόλας. Η ειρωνεία στο μεγαλείο της.

Μια ειρωνεία που είναι απολαυστική και συνάμα αποκαλυπτική για το τι και πώς της ταινίας. Αρκεί κανείς να προσέξει τις μικρές λεπτομέρειες στους πραγματικά απολαυστικούς διαλόγους και να αφεθεί στην, προφανώς επιτηδευμένη, επίδραση του λευκού φόντου της ταινίας.