Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Περί μαγείας...

Συνήθως, αντιμετωπίζω τις ταινίες με μάγους με κάποια επιφύλαξη καθώς θεωρώ ότι είναι πολύ εύκολο να πέσουν στην παγίδα του φτηνού εντυπωσιασμού και της μηδενικής ουσίας έχοντας το άλλοθι της θεματολογίας. Κατά τη γνώμη μου, η μαγεία είναι ένα άλλο ένα μέσο το οποίο στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη μπορεί να οδηγήσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα ενώ στα χέρια ενός λιγότερο ικανού να αποτελέσει απλά μια ανούσια επίδειξη ύφους. Κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει και με τις ταινίες "The illusionist" και "The Prestige" που προβλήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν ταυτόχρονα και που έτυχε να δω κι εγώ μόλις πρόσφατα.

Οι δύο ταινίες τυχαίνει να έχουν βασικές ομοιότητες. Πρώτα απ' όλα έχουν σαν βασικό τους άξονα τη μαγεία ως ψευδαίσθηση και ως απάτη, με ελάχιστες νύξεις υπερφυσικού από την πλευρά του "The illusionist". Δεύτερον, η έμφαση δίνεται περισσότερο στους ήρωες παρά στα τεκταινόμενα γύρω τους. Δεν ενδιαφέρει τόσο το τι κάνουν αλλά γιατί το κάνουν. Ο μεν Νόρτον για τον έρωτα (και ενδεχόμενως και για την πολιτική), οι δε Τζάκμαν και Μπέιλ για το αίσθημα ικανοποίησης από την επικράτηση επί του αντιπάλου. Τέλος, το στοιχείο της ανατροπής κάνει την εμφάνισή του και στα δύο φινάλε σε μια προσπάθεια των σκηνοθετών να απογειώσουν ακόμα περισσότερο τις ταινίες τους.

Και κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Διότι ο Μπέργκερ του "The illusionist" αποδεικνύεται λίγος σε σχέση με τον Κρίστοφερ Νόλαν του "The Prestige" και αδυνατεί να χειριστεί αποτελεσματικά το υλικό που έχει στα χέρια του. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει βασικός άξονας στην ταινία αλλά σκόρπιες ιδέες. Το στοιχείο του έρωτα του μάγου με την δούκισσα δεν υποστηρίζεται αρκετά, τόσο από το σενάριο όσο και από την όμορφη πλην ατάλαντη Τζέσικα Μπιλ. Η λανθάνουσα πολιτική χροιά της ταινίας παραμένει λανθάνουσα καθώς μέχρι το τέλος δεν καταλαβαίνουμε εάν ο Αϊζενχάιμ έχει τελικά πολιτικά κίνητρα ή όχι. Τέλος, η νύξη ότι τα μαγικά κόλπα του Νόρτον μπορεί να είναι πράγματι υπερφυσικά παραμένει νύξη. Ή, αν θέλετε, ακυρώνεται κάπως άκομψα από το μάλλον προβλέψιμο (βλέπε σκηνή δολοφονίας) ανατρεπτικό(;) φινάλε της ταινίας. Στα θετικά κρατάω την ατμόσφαιρα και τη φωτογραφία της ταινίας και την (ακόμα μία) εξαιρετική ερμηνεία του Νόρτον.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, ο Νόλαν μοιάζει να είναι πιο σίγουρος γι' αυτό που κάνει. Έχει στο μυαλό του το πού θέλει να φτάσει και κατευθύνει το θεατή όπως ακριβώς αυτός θέλει. Αναπτύσσει πάρα πολύ καλά τις ψυχολογίες των χαρακτήρων του και και κορυφώνει την εμπειρία με ένα φινάλε που είναι σοκαριστικό όχι γιατί έχει πτώματα αλλά γιατί δείχνει τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης φύσης. Για ένα μόνο πράγμα ψέγω το Νόλαν. Για την ιδέα της μηχανής του Τέσλα που, αν και καταλαβαίνω ότι ήταν απαραίτητη για το καταπληκτικό φινάλε, θεωρώ ότι ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Η βλακεία είναι (συχνά) επικίνδυνη

Γυρίζοντας από τις διακοπές και πριν με πάρουν (ξανά) φαντάρο είπα να ξεκινήσω τον κινηματογραφικό μου χειμώνα με μερικές επαναλήψεις. Έτσι ξαναείδα το Φάργκο. Και το λάτρεψα ακόμα περισσότερο.

Αν οι "μελλοθάνατοι" των Κοέν, που είδα πρόσφατα, είναι ένα πεσσιμιστικό αλλά αιχμηρό σχόλιο στη "βαθιά" και αφασική Αμερική (Τέξας) τότε το Φάργκο είναι ένα πιο κωμικό αλλά εξίσου αιχμηρό σχόλιο που τοποθετείται λίγο βορειότερα (Βόρεια Ντακότα και Μινεσότα). Το κρύο των περιοχών αυτών μοιάζει να έχει παγώσει τα μυαλά των κατοίκων οι οποίοι αντιμετωπίζουν με τον πιο ηλίθιο τρόπο τα πιο σοβαρά θέματα.

Οι δύο δολοφόνοι καθώς και ο εντολέας τους είναι αρχετυπικό δείγμα "ανίκανων". Οι μεν αντιμετωπίζουν την ανικανότητά τους γεμίζοντας τον κόσμο πτώματα, ο δε παίζοντας εντελώς αποτυχημένο θέατρο. Παρόλα αυτά ο μόνος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την αλήθεια και πιάνει τους "κακούς" είναι μια αστυνομικός που όχι μόνο μοιάζει με απίστευτο βλαχαδερό αλλά είναι και έγκυος κιόλας. Η ειρωνεία στο μεγαλείο της.

Μια ειρωνεία που είναι απολαυστική και συνάμα αποκαλυπτική για το τι και πώς της ταινίας. Αρκεί κανείς να προσέξει τις μικρές λεπτομέρειες στους πραγματικά απολαυστικούς διαλόγους και να αφεθεί στην, προφανώς επιτηδευμένη, επίδραση του λευκού φόντου της ταινίας.