Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Περί διασκευών...

Κάθε φορά που μαθαίνω για μια νέα ταινία που αποτελεί διασκευή (remake αν προτιμάτε) κάποιας παλαιότερης, σπεύδω καταρχήν να δω την αυθεντική. Όχι τόσο από προκατάληψη ή περιφρόνηση προς το καινούριο (και αντιστοίχως εμμονή για το παλιό) ούτε και για να μπορέσω, σε περίπτωση που η διασκευή δε μου αρέσει, να (κατα)κρίνω το σκηνοθέτη που τόλμησε να αναμετρηθεί με το αυθεντικό. Τα παραδείγματα άλλωστε επιτυχημένων διασκευών είναι αρκετά ενώ κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα (ίσως και την υποχρέωση) να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του ανεξάρτητα από το αν θα βγει νικητής ή όχι.

Αυτό που κυρίως αναζητώ στην αυθεντική ταινία είναι ακριβώς αυτοί οι δαίμονες. Εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας που είδε ο (χρονικά και όχι απαραίτητα ηλικιακά) νεότερος σκηνοθέτης και που αποφάσισε να τα ξαναδώσει στο κοινό υπό το δικό του, αυτή τη φορά, πρίσμα. Και τα αναζητώ χωρίς να τα έχω δει πριν στη νέα τους έκδοση για ένα και μόνο λόγο: Για να τα ξαναανακαλύψω αργότερα.

Και εξηγούμαι: Μια διασκευή μπορεί να κυμαίνεται από πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης ταινίας έως κάτι που μόνο αμυδρά να τη θυμίζει. Σε κάθε περίπτωση όμως, και εφόσον πρόκειται για διασκευή και όχι απλά για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, η πρώτη ταινία ενυπάρχει στη δεύτερη. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός μετάλλαξης και σύνθεσης των στοιχείων της πρώτης.

Η πρόκληση λοιπόν έγκειται στη διαδικασία εντοπισμού και κατανόησης των μεταλλάξεων και των συνθέσεων αυτών. Τόσο γιατί τελικά (και) αυτό είναι ο κινηματογράφος, ένα συνεχές δηλαδή παιχνίδι μεταλλάξεων σε επίπεδο εικόνας και λόγου, όσο και γιατί μέσω της διαδικασίας αυτής απολαμβάνει κανείς καλύτερα και πιο ουσιαστικά τη σπουδαία αυτή τέχνη.

Υ.Γ. Αφορμή για όλα τα παραπάνω αποτέλεσε η ταινία "Sleuth" του Joseph Mankiewicz την οποία και είδα προσφατα με αφορμή τη διασκευή της από τον Kenneth Branagh. Την τελευταία σκοπεύω να δω σύντομα και να επανέλθω στο θέμα με αντίστοιχη ανάλυση.