Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Νέο κινηματογραφικό blog

Στις 25 Αυγούστου ξεκίνησε η λειτουργία ενός νέου πολυσυλλεκτικού blog κινηματογραφικής κριτικής, ονόματι 25th Frame, στο οποίο θα συμμετάσχω κι εγώ με κριτικές επιλεγμένων ταινιών. Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της όλης προσπάθειας συνοψίζονται στο εισαγωγικό κείμενο του blog. Η δική μου συμμετοχή εγκαινιάστηκε στις 14 Οκτωβρίου με την ταινία Runaway Train. Έπεται συνέχεια...

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Περί μαγείας...

Συνήθως, αντιμετωπίζω τις ταινίες με μάγους με κάποια επιφύλαξη καθώς θεωρώ ότι είναι πολύ εύκολο να πέσουν στην παγίδα του φτηνού εντυπωσιασμού και της μηδενικής ουσίας έχοντας το άλλοθι της θεματολογίας. Κατά τη γνώμη μου, η μαγεία είναι ένα άλλο ένα μέσο το οποίο στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη μπορεί να οδηγήσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα ενώ στα χέρια ενός λιγότερο ικανού να αποτελέσει απλά μια ανούσια επίδειξη ύφους. Κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει και με τις ταινίες "The illusionist" και "The Prestige" που προβλήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν ταυτόχρονα και που έτυχε να δω κι εγώ μόλις πρόσφατα.

Οι δύο ταινίες τυχαίνει να έχουν βασικές ομοιότητες. Πρώτα απ' όλα έχουν σαν βασικό τους άξονα τη μαγεία ως ψευδαίσθηση και ως απάτη, με ελάχιστες νύξεις υπερφυσικού από την πλευρά του "The illusionist". Δεύτερον, η έμφαση δίνεται περισσότερο στους ήρωες παρά στα τεκταινόμενα γύρω τους. Δεν ενδιαφέρει τόσο το τι κάνουν αλλά γιατί το κάνουν. Ο μεν Νόρτον για τον έρωτα (και ενδεχόμενως και για την πολιτική), οι δε Τζάκμαν και Μπέιλ για το αίσθημα ικανοποίησης από την επικράτηση επί του αντιπάλου. Τέλος, το στοιχείο της ανατροπής κάνει την εμφάνισή του και στα δύο φινάλε σε μια προσπάθεια των σκηνοθετών να απογειώσουν ακόμα περισσότερο τις ταινίες τους.

Και κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Διότι ο Μπέργκερ του "The illusionist" αποδεικνύεται λίγος σε σχέση με τον Κρίστοφερ Νόλαν του "The Prestige" και αδυνατεί να χειριστεί αποτελεσματικά το υλικό που έχει στα χέρια του. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει βασικός άξονας στην ταινία αλλά σκόρπιες ιδέες. Το στοιχείο του έρωτα του μάγου με την δούκισσα δεν υποστηρίζεται αρκετά, τόσο από το σενάριο όσο και από την όμορφη πλην ατάλαντη Τζέσικα Μπιλ. Η λανθάνουσα πολιτική χροιά της ταινίας παραμένει λανθάνουσα καθώς μέχρι το τέλος δεν καταλαβαίνουμε εάν ο Αϊζενχάιμ έχει τελικά πολιτικά κίνητρα ή όχι. Τέλος, η νύξη ότι τα μαγικά κόλπα του Νόρτον μπορεί να είναι πράγματι υπερφυσικά παραμένει νύξη. Ή, αν θέλετε, ακυρώνεται κάπως άκομψα από το μάλλον προβλέψιμο (βλέπε σκηνή δολοφονίας) ανατρεπτικό(;) φινάλε της ταινίας. Στα θετικά κρατάω την ατμόσφαιρα και τη φωτογραφία της ταινίας και την (ακόμα μία) εξαιρετική ερμηνεία του Νόρτον.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω, ο Νόλαν μοιάζει να είναι πιο σίγουρος γι' αυτό που κάνει. Έχει στο μυαλό του το πού θέλει να φτάσει και κατευθύνει το θεατή όπως ακριβώς αυτός θέλει. Αναπτύσσει πάρα πολύ καλά τις ψυχολογίες των χαρακτήρων του και και κορυφώνει την εμπειρία με ένα φινάλε που είναι σοκαριστικό όχι γιατί έχει πτώματα αλλά γιατί δείχνει τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης φύσης. Για ένα μόνο πράγμα ψέγω το Νόλαν. Για την ιδέα της μηχανής του Τέσλα που, αν και καταλαβαίνω ότι ήταν απαραίτητη για το καταπληκτικό φινάλε, θεωρώ ότι ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Η βλακεία είναι (συχνά) επικίνδυνη

Γυρίζοντας από τις διακοπές και πριν με πάρουν (ξανά) φαντάρο είπα να ξεκινήσω τον κινηματογραφικό μου χειμώνα με μερικές επαναλήψεις. Έτσι ξαναείδα το Φάργκο. Και το λάτρεψα ακόμα περισσότερο.

Αν οι "μελλοθάνατοι" των Κοέν, που είδα πρόσφατα, είναι ένα πεσσιμιστικό αλλά αιχμηρό σχόλιο στη "βαθιά" και αφασική Αμερική (Τέξας) τότε το Φάργκο είναι ένα πιο κωμικό αλλά εξίσου αιχμηρό σχόλιο που τοποθετείται λίγο βορειότερα (Βόρεια Ντακότα και Μινεσότα). Το κρύο των περιοχών αυτών μοιάζει να έχει παγώσει τα μυαλά των κατοίκων οι οποίοι αντιμετωπίζουν με τον πιο ηλίθιο τρόπο τα πιο σοβαρά θέματα.

Οι δύο δολοφόνοι καθώς και ο εντολέας τους είναι αρχετυπικό δείγμα "ανίκανων". Οι μεν αντιμετωπίζουν την ανικανότητά τους γεμίζοντας τον κόσμο πτώματα, ο δε παίζοντας εντελώς αποτυχημένο θέατρο. Παρόλα αυτά ο μόνος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την αλήθεια και πιάνει τους "κακούς" είναι μια αστυνομικός που όχι μόνο μοιάζει με απίστευτο βλαχαδερό αλλά είναι και έγκυος κιόλας. Η ειρωνεία στο μεγαλείο της.

Μια ειρωνεία που είναι απολαυστική και συνάμα αποκαλυπτική για το τι και πώς της ταινίας. Αρκεί κανείς να προσέξει τις μικρές λεπτομέρειες στους πραγματικά απολαυστικούς διαλόγους και να αφεθεί στην, προφανώς επιτηδευμένη, επίδραση του λευκού φόντου της ταινίας.



Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Δαβίδ εναντίον Γολιάθ

Διαβάζω στα Νέα ότι Παναγιωτόπουλος και Αγγελόπουλος διεκδικούν αμφότεροι θέση στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ Βενετίας. Και μου έρχεται στο νου η εικόνα του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Τόσο από την πλευρά του ειδικού καλλιτεχνικού βάρους όσο και από την πλευρά της (υλικής) υποστήριξης.

Αν θα έπρεπε να διαλέξω μεταξύ των δύο θα είχα μεγάλο πρόβλημα. Θεωρώ τον Αγγελόπουλο μεγάλο σκηνοθέτη αλλά κάποιες εμμονές του με κουράζουν. Για μένα η τελευταία του καλή ταινία ήταν το "βλέμμα του Οδυσσέα". Από την άλλη θεωρώ τον Παναγιωτόπουλο ικανό για το καλύτερο και για το χειρότερο. Από τον αμήχανο "Εργένη" στο πολύ καλό "Αυτή η νύχτα μένει". Από το εξαιρετικό "Delivery" στο μετριότατο "Πεθαίνοντας στην Αθήνα".

Μακάρι να διαγωνιστούν τελικά και οι δύο σκηνοθέτες. Διότι, αν μη τι άλλο, είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο ελληνικός κινηματογράφος τις τελευταίες δεκαετίες.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Ο στρατός ως κινηματογραφικό είδος

Με αφορμή την κλήση μου για μετεκπαίδευση στον ελληνικό στρατό θεώρησα ενδιαφέρον να παρουσιάσω το "σημαντικό" αυτό θεσμό μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, πιο κινηματογραφικό.

Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας προσπάθησα πολλές φορές να κατατάξω το στρατό σε κάποιο είδος, όχι απαραίτητα κινηματογραφικό. Δεν τα κατάφερα απόλυτα. Με δεδομένο όμως ότι ο στρατός, παρά την αυστηρή ιεραρχική του δομή και τη (φαινομενική) σοβαρότητά του, είναι εν τέλει άλλος ένας (απίστευτα) γραφειοκρατικός και αργοκίνητος δημόσιος οργανισμός, το μόνο κινηματογραφικός είδος στο οποίο εμπίπτει 100% δεν είναι άλλο από την κωμωδία.

Στο ερώτημα ποιο είδος κωμωδίας απαντώ: "Σε όλα από λίγο". Αλλά στο post αυτό θα ασχοληθώ μόνο με το αμερικάνικο μπουρλέσκ.

Το μπουρλέσκ άνθισε στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και είχε ως κυριότερους εκφραστές μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον. Αποτελεί επί της ουσίας την ενσωμάτωση όλων των τεχνασμάτων πρόκλησης γέλιου είκοσι πέντε αιώνων θεάτρου, τσίρκου, βαριετέ και παντομίμας με ταυτόχρονη εκμετάλλευση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της σκηνοθεσίας.

Ειδικά το μοντάζ έδωσε τη δυνατότητα στους δημιουργούς να παραλείπουν τα όποια αφηγηματικά στοιχεία τους φαίνονταν αποτυχημένα, κακογυρισμένα ή πληκτικά. Και φυσικά στους ηθοποιούς μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Στην περίπτωση του στρατού το μπουρλέσκ είναι διάχυτο και προσεγγίζει πολλές φορές και το σλάπστικ (που σημαίνει χοντροκομμένο αστείο). Απαιτεί όμως από το θεατή μεγάλη παρατηρητικότητα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί σκηνοθέτης και μοντάζ δεν υπάρχουν που σημαίνει ότι ο θεατής θα πρέπει να ξεχωρίσει την αυθεντικά κωμική σκηνή μέσα σε ένα σύνολο βαρετών και ανούσιων γεγονότων.

Δεύτερον γιατί ο στρατός δεν είναι , δυστυχώς ή ευτυχώς, βουβός και έτσι έχουμε ταυτόχρονη παρεμβολή άλλων δύο τουλάχιστον είδών κινηματογραφικής κωμωδίας, της κωμωδίας σκρούμπολ και της σουρεαλιστικής και παράλογης κωμωδίας των Μόντι Πάιθον. Αλλά με τα είδη αυτά θα ασχοληθώ σε επόμενα posts.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Ένας νέος, διαφορετικός Άλεν

Για πολύ καιρό θεωρούσα ότι η τελευταία πραγματικά καλή ταινία του Γούντι Άλεν ήταν το "Διαλύοντας το Χάρι" ενώ το "Anything Else" μού φάνηκε σαν μια τελευταία αναλαμπή της φαινομενικά φθίνουσας πορείας του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη. Και ενώ δεν περίμενα πια τίποτα άλλο ήρθε το "Match Point" να ταράξει τα νερά.

Και ήρθε να τα ταράξει όχι γιατί ήταν απλά μια αριστουργηματική ταινία αλλά γιατί, κατά τη γνώμη μου, σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στο ύφος και τα εκφραστικά μέσα του Άλεν. Με το φιλοσοφικό στοχασμό να παραμένει και τη μπεργκμανική αθεϊα να συνεχίζει να στοιχειώνει την ατμόσφαιρα, ο Άλεν αποφάσισε να εγκαταλείψει το "ασφαλές" καταφύγιο του χιούμορ (που συχνά λειτουργούσε ως άλλοθι) και να αντικαταστήσει τις εγκεφαλικές και θανατηφόρες ατάκες του με νέα όπλα, πιο "κινηματογραφικά".

Ήρωες βγαλμένοι από τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι, κινηματογράφηση που θυμίζει Χίτσκοκ και ένας διάχυτος πεσσιμισμός σε ένα νέο περιβάλλον, πιο "ευρωπαϊκό", αποτελούν τα βασικά συστατικά του "νέου" Άλεν.

Και αν το Match Point ήταν η υποψία, το "Όνειρο της Κασσάνδρας" ήταν για μένα η επιβεβαίωση των παραπάνω (προσπερνώ συνειδητά το ανεκδίηγητο "Scoop"). Δε γνωρίζω ποια θα είναι η συνέχεια αλλά σε κάθε περίπτωση ένας νέος κύκλος δημιουργίας έχει ξεκινήσει ήδη για το αειθαλή Γούντι.




Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Παιχνίδια μυαλού...

Πράξη πρώτη: Ο φτωχός, ακαλλιέργητος αλλά ωραίος νεαρός εισέρχεται με αυτοπεποίθηση στα όρια της αυθάδειας, στο κάστρο του πλούσιου, εκλεπτυσμένου πλην όμως απατημένου συζύγου. Η επιθυμία, ή μάλλον απαίτηση, του πρώτου απλή: Η σύζυγος του δεύτερου.

Μια σύζυγος η οποία ποτέ δεν εμφανίζεται ακριβώς γιατί είναι μόνο η αφορμή. Η αφορμή για μια σειρά "παιχνιδιών" εξουσίας και επιβολής τα οποία, αν και παίζονται σε (υπερβολικά) μοντέρνο περιβάλλον, έχουν τις ρίζες τους στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρωπίνου είδους.

Οι κανόνες του πρώτου παιχνιδιού τίθενται άμεσα, χωρίς περιστροφές και (φαίνονται να) είναι απλοί. Μια σκηνοθετημένη ληστεία έναντι της συζύγου και 800.000 λιρών. Η παγίδα; Προφανής. Η αντίληψή της από το νεαρό; Ανύπαρκτη. Η κατάληξη; Σετ και νίκη(?) στο σύζυγο.

Πράξη δεύτερη: Ο "νικητής" σύζυγος δέχεται την απρόοπτη επίσκεψη ενός ντετέκτιβ. Κατηγορείται χωρίς περιστροφές. Παρουσιάζει την εκδοχή του. Δε γίνεται πιστευτός. Πρέπει να τιμωρηθεί. Η τιμωρία του; Άλλο ένα παιχνίδι: Ο εξευτελισμός του φόβου. Οφθαλμός αντί οφθαλμού! Σετ στο νεαρό και ισοπαλία.

Πράξη τρίτη: Απέλπιδα προσπάθεια αντεπίθεσης. Το παιχνίδι; Αυτό της αποπλάνησης. Πιστευτό; Περισσότερο από το πρώτο. Πετυχημένο; Παραλίγο. Έχει σημασία; Όχι γιατί το όλο ζήτημα διευθετείται τελικά με τον κλασικό και πλέον αναμενόμενο τρόπο. Νικητής; Ο σύζυγος. Το έπαθλο;

Ποιο έπαθλο;





Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Demystifying the Mist

Βλέποντας την "Ομίχλη" του Φρανκ Ντάραμποντ πραγματικά μπερδεύτηκα. Σε όλη τη διάρκειά της προσπαθούσα να αποφασίσω τι είναι. Ένα b-movie τρόμου με τέρατα και ελεγχόμενες δόσεις splatter; Μια θρησκευτική παραβολή με σαφή οικολογικά μηνύματα και ταυτόχρονη κριτική απέναντι τόσο στη θρησκοληψία όσο και στον ορθολογισμό; Ή μήπως μια εντελώς απαισιόδοξη ματιά στην ανθρώπινη φύση η οποία εν τέλει δεν είναι ικανή να πράξει τίποτα καλό; Τελικά θα έλεγα και τα τρία. Το γλυκό όμως δε δένει και τόσο καλά.

Κι αυτό γιατί τελικά ούτε η ίδια η ταινία αποφασίζει τι είναι. Αντίθετα, παρακολουθεί κανείς μια συνεχή εναλλαγή σοβαρότητας και αφέλειας, υποδόριου τρόμου και γραφικών τεράτων (οι αράχνες μου θύμισαν μέχρι και Χάρι Πότερ), ρεαλιστικών χαρακτήρων και καρικατούρων. Που τελικά καθιστούν το, ομολογουμένως συγκλονιστικό, φινάλε σχεδόν ξένο σώμα ως προς την υπόλοιπη ταινία.

Όσο για τα ιδεολογήματα της ταινίας δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν, στο σκηνοθέτη ή το συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κριτική απέναντι στη θρησκοληψία και το συντηρητισμό είναι μάλλον επιφανειακή, παρά την, καθαρτική για πολλούς, δολοφονία της ηρωίδας της Χάρντεν. Αντίθετα, η "τιμωρία" των ορθολογιστών είναι μεγαλύτερη με highlight το φινάλε της ταινίας.

Από την άλλη πλευρά πρέπει να πω ότι μου άρεσε το μωσαϊκό χαρακτήρων της ταινίας και η (σκηνοθετική) διαχείρισή του στον περιορισμένο χώρο του super market. Και θα συμφωνήσω ότι σε στιγμές κρίσης οι άνθρωποι βγάζουν το χειρότερό τους εαυτό. Δεν είμαι μόνο σίγουρος ότι χρειάζεται μια τέτοιου είδους ταινία για να πει κάτι τέτοιο.

Τελικά δε θα συνταχθώ ούτε με τις διθυραμβικές κριτικές των Νέων και του Έθνους (κύριοι, με κάνετε να αρχίσω να πιστεύω σε θεωρίες συνομωσίας χωρίς να το θέλω) αλλά ούτε και με μηδενιστικές κριτικές όπως αυτή στο blog "Movies for the Masses". Θα πω απλά ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Ντάραμποντ (Η "Τελευταία έξοδος" ήταν σαφώς ανώτερη) αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι άλλη μια φτηνή και ανεγκέφαλη ταινία τρόμου. Αντίθετα διαθέτει αρκετό "μυαλό" και πολύ ενδιαφέρουσα αισθητική. Στη διάρκεια της ταινίας όμως τα στοιχεία αυτά μοιάζουν συχνά να χάνονται. Κι αυτό κάνει την όλη εμπειρία τουλάχιστον προβληματική.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Περί διασκευών...

Κάθε φορά που μαθαίνω για μια νέα ταινία που αποτελεί διασκευή (remake αν προτιμάτε) κάποιας παλαιότερης, σπεύδω καταρχήν να δω την αυθεντική. Όχι τόσο από προκατάληψη ή περιφρόνηση προς το καινούριο (και αντιστοίχως εμμονή για το παλιό) ούτε και για να μπορέσω, σε περίπτωση που η διασκευή δε μου αρέσει, να (κατα)κρίνω το σκηνοθέτη που τόλμησε να αναμετρηθεί με το αυθεντικό. Τα παραδείγματα άλλωστε επιτυχημένων διασκευών είναι αρκετά ενώ κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα (ίσως και την υποχρέωση) να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του ανεξάρτητα από το αν θα βγει νικητής ή όχι.

Αυτό που κυρίως αναζητώ στην αυθεντική ταινία είναι ακριβώς αυτοί οι δαίμονες. Εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας που είδε ο (χρονικά και όχι απαραίτητα ηλικιακά) νεότερος σκηνοθέτης και που αποφάσισε να τα ξαναδώσει στο κοινό υπό το δικό του, αυτή τη φορά, πρίσμα. Και τα αναζητώ χωρίς να τα έχω δει πριν στη νέα τους έκδοση για ένα και μόνο λόγο: Για να τα ξαναανακαλύψω αργότερα.

Και εξηγούμαι: Μια διασκευή μπορεί να κυμαίνεται από πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης ταινίας έως κάτι που μόνο αμυδρά να τη θυμίζει. Σε κάθε περίπτωση όμως, και εφόσον πρόκειται για διασκευή και όχι απλά για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, η πρώτη ταινία ενυπάρχει στη δεύτερη. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός μετάλλαξης και σύνθεσης των στοιχείων της πρώτης.

Η πρόκληση λοιπόν έγκειται στη διαδικασία εντοπισμού και κατανόησης των μεταλλάξεων και των συνθέσεων αυτών. Τόσο γιατί τελικά (και) αυτό είναι ο κινηματογράφος, ένα συνεχές δηλαδή παιχνίδι μεταλλάξεων σε επίπεδο εικόνας και λόγου, όσο και γιατί μέσω της διαδικασίας αυτής απολαμβάνει κανείς καλύτερα και πιο ουσιαστικά τη σπουδαία αυτή τέχνη.

Υ.Γ. Αφορμή για όλα τα παραπάνω αποτέλεσε η ταινία "Sleuth" του Joseph Mankiewicz την οποία και είδα προσφατα με αφορμή τη διασκευή της από τον Kenneth Branagh. Την τελευταία σκοπεύω να δω σύντομα και να επανέλθω στο θέμα με αντίστοιχη ανάλυση.



Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Πασχαλινές ταινίες για όλη την οικογένεια...

Στο παρασκήνιο της κατάνυξης και της περισυλλογής στην οποία θα περιέλθει το χριστεπώνυμο πλήρωμα τις επόμενες μέρες ας μου επιτραπεί να προτείνω μερικές ταινίες τις οποίες όλοι οι (κατ' ευφημισμό και μη) πιστοί θα ήταν χρήσιμο να δουν:

Ταινία: Δεκάλογος

Σκηνοθέτης: Κριστόφ Κισλόφσκι

Έτος: 1989

Σχόλιο: Οι 10 εντολές δοσμένες από έναν πιστό καθολικό ο οποίος δεν κάνει καθολικό κήρυγμα αλλά καθολική τέχνη. Ένα ανθρωπιστικό μανιφέστο χωρίς θαύματα, θάλασσες που ανοίγουν και κακούς Ρωμαίους.




Ταινία: Ο τελευταίος πειρασμός

Σκηνοθέτης; Μάρτιν Σκορτσέζε

Έτος: 1988

Σχόλιο: Η ανθρώπινη πλευρά του Θεανθρώπου η οποία αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τη θεϊκή. Ένας αφορισμένος συγγραφέας που οποιοσδήποτε άθεος (συμπεριλαμβανομένου εμού) θα διαφωνούσε μαζί του ακριβώς γιατί το έργο του είναι υπερβολικά χριστιανικό.




Ταινία: Ένας προφήτης μα τι προφήτης

Σκηνοθέτης; Τέρι Τζόουνς

Έτος: 1979

Σχόλιο: Ξεκαρδιστική σάτιρα, στα όρια του σουρεαλισμού, που αναδεικνύει τον πολιτικό χαρακτήρα της θρησκείας. Ανελέητο σχόλιο στο ζήτημα του μεσσιανισμού αλλά και αισιόδοξη ματιά στο μέλλον της ανθρωπότητας (Always look at the bright side of life...).




Ταινία: Jesus Christ Superstar

Σκηνοθέτης; Νόρμαν Τζούισον

Έτος: 1973

Σχόλιο: Η απόδειξη ότι ο Χριστός (και η θρησκεία) μπορεί να είναι rock, έστω και όπερα. Η υπόδειξη ότι μια ιστορία μπορεί να έχει και άλλες, μη τονισμένες αλλά εξίσου σημαντικές, πλευρές.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Μαριονέτες

Με αφορμή το αφιέρωμα στο σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που γίνεται αυτές τις μέρες στον κινηματογράφο Δαναό, επέλεξα να αναφερθώ σε μια ταινία η οποία αν και δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα του αφιερώματος, συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου από το συγκεκριμένο δημιουργό. Πρόκειται για την ταινία Μαριονέτες (Aus dem leben des Marionetten) η οποία γυρίστηκε το 1980, στη γερμανική γλώσσα, αμέσως μετά το Αβγό του Φιδιού.

Στην ταινία αυτή, ο θεατής καλείται να επιλύσει ένα δύσκολο αίνιγμα: Γιατί ο Πίτερ Έγκερμαν, ένα ήπιος και πετυχημένος επιχειρηματίας, σκοτώνει φαινομενικά αναίτια μια πόρνη. Ο ίδιος ο Μπέργκμαν στον πρόλογο του σεναρίου της ταινίας γράφει:

"Για λόγους συνήθειας, στον πρόλογο των σεναρίων μου προσπαθώ να δείξω γιατί έγραψα το έργο. Δεν είναι πάντα τόσο εύκολο. Η εκλογίκευση και η αποφθεγματοποίηση καιροφυλακτούν. Στην περίπτωση αυτή, όμως, είναι μάλλον απλό: Γιατί παρουσιάζεται ένα βραχυκύκλωμα στη συμπεριφορά ενός ατόμου, το οποίο είναι με κάθε τρόπο καλά προσαρμοσμένο και επιβεβαιωμένο;"

Όσο απλό είναι το ερώτημα τόσο περίπλοκη είναι η απάντηση. Μια απάντηση την οποία αναζητούν τόσο ο σκηνοθέτης όσο και οι υπόλοιποι ήρωες της ταινίας. Οι τελευταίοι είναι είτε απρόθυμοι είτε ανίκανοι να τη βρουν καθώς το μόνο που κάνουν είναι απλά να απορούν. Ο Μπέργκμαν όμως βλέπει ξεκάθαρα την αγωνία και την εσωτερική πάλη του ήρωά του και εντοπίζει τα αίτια της πράξης του βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό του. Ένα υποσυνείδητο επιβαρυμένο μεταξύ άλλων από μια αυταρχική μητέρα, μια προβληματική σύζυγο και ενδεχομένως μια απωθημένη ομοφυλοφιλία.

Ο σκηνοθέτης όμως δεν καταλογίζει τελικά καμία ενοχή στο δολοφόνο. Τον θεωρεί απλώς μια μαριονέτα τα νήματα της οποίας κινούν όλοι αυτοί που επιμένουν να απορούν με την πράξη του. Οι οποίοι με τη σειρά τους είναι κι αυτοί μαριονέτες σε μια αέναη παράσταση που λέγεται "ευπρεπής καθημερινότητα".

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Περί σιχαμένων μιούζικαλ

Όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους της τελευταίας ταινίας του Τιμ Μπάρτον "Sweeny Todd", η διπλανή μου, προφανώς επηρεασμένη από ένα δίωρο συνεχούς ροής αίματος, αναφώνησε: "Μα ήταν αυτό μιούζικαλ; Αυτό ήταν σιχαμένο!".

Δεν έχω πρόβλημα με το να χαρακτηρίσει κανείς τη συγκεκριμένη ταινία σιχαμένη (αν και θα αναλύσω παρακάτω γιατί διαφωνώ). Είναι θέμα προσωπικής (κινηματογραφικής) αισθητικής και σχέσης με το αντικείμενο. Έχω όμως πρόβλημα με την προσπάθεια των περισσοτέρων (κοινού, εταιρειών και βραβείων) να κατατάξουν οπωσδήποτε μια ταινία σε στερεότυπες κατηγορίες και να διαμαρτύρονται κατόπιν (το κοινό κυρίως) γιατί αυτή η ταινία δε μοιάζει με τις άλλες. Μα αν έμοιαζε δεν θα είχαμε κινηματογράφικό προϊόν αλλά την ομοιογενή μάζα που έβγαινε από την αλεστική μηχανή της κυρίας Λόβετ και σερβιρόταν στους ανυποψίαστους (αλλά σίγουρα όχι αθώους) πελάτες της.

Η προσπάθεια κατηγοριοποίησης γενικά μιας ταινίας είναι απλά μια αμήχανη προσπάθεια κατανόησής της και δείχνει τουλάχιστον την απουσία διάθεσης κριτικής απορρόφησης των τεκταινομένων στην οθόνη. Η προσπάθεια κατηγοριοποίησης της ταινίας "Sweeny Todd" από την άλλη είναι ένα εκ των προτέρων καταδικασμένο εγχείρημα, όχι γιατί δεν υπάρχουν κατηγορίες να την περιγράψουν, αλλά γιατί η περιγραφή της απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή ανάθεση ταμπελών.

Οι ταμπέλες , που αφήνει ο ίδιος ο Μπάρτον να εννοηθούν για την ταινία του σε πρώτο επίπεδο, είναι εκεί και περιμένουν εναγωνίως τη σύνθεσή τους:

  • Μιούζικαλ, ή μάλλον όπερα όπως πολύ σωστά διορθώνει ο κ. Δανίκας στην κριτική του, καθώς το 90% των διαλόγων γίνεται τραγουδιστά.
  • Θρίλερ καθώς το αίμα που ρέει και οι φόνοι που γίνονται θυμίζουν κλασικά παραδείγματα του είδους.
  • Μαύρη (ή μάλλον γκρίζα) κωμωδία καθώς τα ψήγματα χιούμορ που εντοπίζονται δε λειτουργούν και τόσο καθαρτικά.
  • Δράμα καθώς μια έντονη μελαγχολία διατρέχει ολόκληρη την ταινία και απεικονίζεται στα πρόσωπα των ηρώων.
Διαλέγετε λοιπόν το βαθμό συμμετοχής του κάθε είδους στην εν λόγω ταινία και έχετε μια πρώτη εικόνα περί τίνος πρόκειται. Προσθέτετε στη συνέχεια (οι πιο υποψιασμένοι) τις διάφορες επιρροές και αναφορές που εντοπίζονται σε αυτή (π.χ. Όλιβερ Τουίστ και Τζακ ο Αντεροβγάλτης όπως αναφέρει ο κ. Δανίκας στην ίδια κριτική) και έχετε μια πολύ πιο πλήρη εικόνα που τελικά απέχει από τον απλοϊκό (και ενδεχομένως αφελή) χαρακτηρισμό του μιούζικαλ.

Απο εκεί και πέρα, ο βαθμός στον οποίο το φιλμ μπορεί να χαρακτηριστεί σιχαμένο εξαρτάται κυρίως από την οικειότητα του θεατή με τον τρόπο κινηματογράφησης του Μπάρτον. Ο τελευταίος, σε άλλες αλλά και σε αυτή του την ταινία, φροντίζει εξαρχής να τονίσει το μη ρεαλιστικό χαρακτήρα των στοιχείων βίας και θρίλερ που εισάγει, προκειμένου να αναδείξει μια άλλου είδους βία που λερώνει λιγότερο αλλά στιγματίζει περισσότερο.

Η βία για τον Μπάρτον δεν είναι αυτός καθ' εαυτός ο φόνος αλλά το περιβάλλον που οδηγεί σε αυτόν. Η ωμότητα των φόνων που γίνονται στην ταινία και η ηθική και συναισθηματική τύφλωση του φονιά (από την επιθυμία εκδίκησης) λειτουργούν ως κάτοπτρο μέσα στο οποίο καθρεφτίζονται ο δικαστής, ο εκκλησιαστής και τα άλλα μέλη της καλής ή λιγότερο καλής κοινωνίας.

Τελειώνω λέγοντας ότι ο Μπάρτον δεν είναι ηθικολόγος και ούτε φλέρταρε ποτέ με την πολιτική ορθότητα. Τα σκοτεινά παραμύθια του έρχονται για να διεγείρουν τις αισθήσεις και τη φαντασία και να προτείνουν έναν εναλλακτικό τρόπο καταγραφής και ερμηνείας της πραγματικότητας. Μπορεί κανείς να μελαγχολήσει ή και να διαφωνήσει με τον πεσιμισμό που διατρέχει το έργο του αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αρνηθεί την κινηματογραφική ιδιοφυία του.