Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Demystifying the Mist

Βλέποντας την "Ομίχλη" του Φρανκ Ντάραμποντ πραγματικά μπερδεύτηκα. Σε όλη τη διάρκειά της προσπαθούσα να αποφασίσω τι είναι. Ένα b-movie τρόμου με τέρατα και ελεγχόμενες δόσεις splatter; Μια θρησκευτική παραβολή με σαφή οικολογικά μηνύματα και ταυτόχρονη κριτική απέναντι τόσο στη θρησκοληψία όσο και στον ορθολογισμό; Ή μήπως μια εντελώς απαισιόδοξη ματιά στην ανθρώπινη φύση η οποία εν τέλει δεν είναι ικανή να πράξει τίποτα καλό; Τελικά θα έλεγα και τα τρία. Το γλυκό όμως δε δένει και τόσο καλά.

Κι αυτό γιατί τελικά ούτε η ίδια η ταινία αποφασίζει τι είναι. Αντίθετα, παρακολουθεί κανείς μια συνεχή εναλλαγή σοβαρότητας και αφέλειας, υποδόριου τρόμου και γραφικών τεράτων (οι αράχνες μου θύμισαν μέχρι και Χάρι Πότερ), ρεαλιστικών χαρακτήρων και καρικατούρων. Που τελικά καθιστούν το, ομολογουμένως συγκλονιστικό, φινάλε σχεδόν ξένο σώμα ως προς την υπόλοιπη ταινία.

Όσο για τα ιδεολογήματα της ταινίας δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν, στο σκηνοθέτη ή το συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κριτική απέναντι στη θρησκοληψία και το συντηρητισμό είναι μάλλον επιφανειακή, παρά την, καθαρτική για πολλούς, δολοφονία της ηρωίδας της Χάρντεν. Αντίθετα, η "τιμωρία" των ορθολογιστών είναι μεγαλύτερη με highlight το φινάλε της ταινίας.

Από την άλλη πλευρά πρέπει να πω ότι μου άρεσε το μωσαϊκό χαρακτήρων της ταινίας και η (σκηνοθετική) διαχείρισή του στον περιορισμένο χώρο του super market. Και θα συμφωνήσω ότι σε στιγμές κρίσης οι άνθρωποι βγάζουν το χειρότερό τους εαυτό. Δεν είμαι μόνο σίγουρος ότι χρειάζεται μια τέτοιου είδους ταινία για να πει κάτι τέτοιο.

Τελικά δε θα συνταχθώ ούτε με τις διθυραμβικές κριτικές των Νέων και του Έθνους (κύριοι, με κάνετε να αρχίσω να πιστεύω σε θεωρίες συνομωσίας χωρίς να το θέλω) αλλά ούτε και με μηδενιστικές κριτικές όπως αυτή στο blog "Movies for the Masses". Θα πω απλά ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Ντάραμποντ (Η "Τελευταία έξοδος" ήταν σαφώς ανώτερη) αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι άλλη μια φτηνή και ανεγκέφαλη ταινία τρόμου. Αντίθετα διαθέτει αρκετό "μυαλό" και πολύ ενδιαφέρουσα αισθητική. Στη διάρκεια της ταινίας όμως τα στοιχεία αυτά μοιάζουν συχνά να χάνονται. Κι αυτό κάνει την όλη εμπειρία τουλάχιστον προβληματική.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Περί διασκευών...

Κάθε φορά που μαθαίνω για μια νέα ταινία που αποτελεί διασκευή (remake αν προτιμάτε) κάποιας παλαιότερης, σπεύδω καταρχήν να δω την αυθεντική. Όχι τόσο από προκατάληψη ή περιφρόνηση προς το καινούριο (και αντιστοίχως εμμονή για το παλιό) ούτε και για να μπορέσω, σε περίπτωση που η διασκευή δε μου αρέσει, να (κατα)κρίνω το σκηνοθέτη που τόλμησε να αναμετρηθεί με το αυθεντικό. Τα παραδείγματα άλλωστε επιτυχημένων διασκευών είναι αρκετά ενώ κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα (ίσως και την υποχρέωση) να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του ανεξάρτητα από το αν θα βγει νικητής ή όχι.

Αυτό που κυρίως αναζητώ στην αυθεντική ταινία είναι ακριβώς αυτοί οι δαίμονες. Εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας που είδε ο (χρονικά και όχι απαραίτητα ηλικιακά) νεότερος σκηνοθέτης και που αποφάσισε να τα ξαναδώσει στο κοινό υπό το δικό του, αυτή τη φορά, πρίσμα. Και τα αναζητώ χωρίς να τα έχω δει πριν στη νέα τους έκδοση για ένα και μόνο λόγο: Για να τα ξαναανακαλύψω αργότερα.

Και εξηγούμαι: Μια διασκευή μπορεί να κυμαίνεται από πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης ταινίας έως κάτι που μόνο αμυδρά να τη θυμίζει. Σε κάθε περίπτωση όμως, και εφόσον πρόκειται για διασκευή και όχι απλά για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, η πρώτη ταινία ενυπάρχει στη δεύτερη. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός μετάλλαξης και σύνθεσης των στοιχείων της πρώτης.

Η πρόκληση λοιπόν έγκειται στη διαδικασία εντοπισμού και κατανόησης των μεταλλάξεων και των συνθέσεων αυτών. Τόσο γιατί τελικά (και) αυτό είναι ο κινηματογράφος, ένα συνεχές δηλαδή παιχνίδι μεταλλάξεων σε επίπεδο εικόνας και λόγου, όσο και γιατί μέσω της διαδικασίας αυτής απολαμβάνει κανείς καλύτερα και πιο ουσιαστικά τη σπουδαία αυτή τέχνη.

Υ.Γ. Αφορμή για όλα τα παραπάνω αποτέλεσε η ταινία "Sleuth" του Joseph Mankiewicz την οποία και είδα προσφατα με αφορμή τη διασκευή της από τον Kenneth Branagh. Την τελευταία σκοπεύω να δω σύντομα και να επανέλθω στο θέμα με αντίστοιχη ανάλυση.