Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

Περί πολυεπίπεδων ταινιών...

Το να ορίσει κανείς τι είναι μια πολυεπίπεδη ταινία είναι σχετικά εύκολο: Είναι μια ταινία η ιστορία της οποίας δεν εξαντλείται στο πρώτο και εύκολο επίπεδο των προφανειών αλλά προχωρά ξετυλίγοντας στο θεατή επιπλέον επίπεδα ανάγνωσης με κλιμακούμενη συνήθως δυσκολία κατανόησης. Κάθε θεατής σταματάει στο επίπεδο μέχρι το οποίο μπορούν να φτάσουν οι νοητικές και γνωστικές του ικανότητες.

Το να εξηγήσει επίσης γιατί κάποιος δημιουργός θα έκανε μια τέτοια ταινία και κάποιος παραγωγός θα ήταν διατεθειμένος να τη χρηματοδοτήσει (μιας και συνήθως πρόκειται για ακριβές παραγωγές) είναι ομοίως εύκολο: Ο μεν παραγωγός θα εξασφάλιζε την αποδοχή της ταινίας από μια μεγάλη ποικιλία κοινού, ακόμα και του πιο δύσκολου και απαιτητικού, ενώ ο δημιουργός θα έπαυε να είναι δέσμιος του παραγωγού σε ό,τι αφορά τη δημιουργική του έκφραση.

Δύσκολο επομένως δεν είναι ούτε ο ορισμός μιας πολυεπίπεδης ταινίας ούτε και η κατανόηση του λόγου ύπαρξης της. Η πραγματική δυσκολία έγκειται στη δημιουργία μιας τέτοιας ταινίας, τόσο από την πλευρά της σκηνοθεσίας όσο και από αυτή του σεναρίου.

Ανατρέχοντας στην κινηματογραφική ιστορία προς αναζήτηση επιτυχημένων πολυεπίπεδων ταινιών βρίσκουμε την ταινία
"Το όνομα του ρόδου", σκηνοθετημένη από τον Ζαν-Ζακ Ανό το 1986. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, η συγκεκριμένη ταινία καταφέρει να ενσωματώσει και να κινηματογραφήσει τουλάχιστον τέσσερα επίπεδα τα οποία εντέχνως και ευφυώς ο συγγραφέας είχε ήδη ήδη συμπεριλάβει στο έργο του.

Σε ένα πρώτο και ευκολότερο επίπεδο Το όνομα του ρόδου είναι ένα κλασσικό αστυνομικό μυθιστόρημα σαν αυτά με ήρωα το Σέρλοκ Χολμς. Ο κεντρικός ήρωας εδώ Ουίλιαμ του Μπάσκερβιλ, εκτός του ότι είναι Άγγλος και από το Μπάσκερβιλ, ερευνά μια σειρά φόνων στηριζόμενος στις αναλυτικές του ικανότητες και τη λογική ενώ έχει και έναν βοηθό ο οποίος λιγότερο τον βοηθάει και περισσότερο του δίνει την αφορμή να συνδιαλέγεται με το κοινό και να μοιράζεται τους συλλογισμούς του.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο Το όνομα του ρόδου ειναι ένα μεσαιωνικό χρονικό, μια ιστορία του Μεσαιώνα τη στιγμή που τα πρώτα σημάδια της Αναγέννησης αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ένα από αυτά τα σημάδια είναι ο ίδιος ο Ουίλιαμ ο οποίος μοιάζει να αμφισβητεί την απολυτότητα της θεολογικής Αλήθειας.

Σε ένα τρίτο επίπεδο Το όνομα του ρόδου είναι μια θεολογική πραγματεία και ταυτόχρονα μια ιστορία των χριστιανικών αιρέσεων σε μια εποχή ανακατάταξεων, αναπροσαρμογών και κρίσης της Καθολικής Εκκλησίας. Λιγότερο εμφανές στην ταινία, περισσότερο εμφανές στο βιβλίο το επίπεδο αυτό μάλλον προαπαιτεί από το θεατή την ανάγνωση του βιβλιου ώστε ο τελευταίος να το επισημάνει και με τη βοήθεια των κινηματογραφικών μέσων αφήγησης.

Τέλος, σε ένα τέταρτο επίπεδο Το όνομα του ρόδου είναι μια αλληγορία της αιώνιας μάχης του καλού και του κακού μέσα από την αντιπαράθεση της "ιερής" τραγωδίας και της "βέβηλης" κωμωδίας, των δύο μερών της Ποιητικής του Αριστοτέλη. Μάλιστα το βιβλίο αυτό αποτελεί τελικά την αιτία για τους φόνους που γίνονται. Χαρακτηριστικός όσο και απολαυστικός είναι ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου: "όπου επέρχεται η εκπύρωση και λόγω της υπερβολικής αρετής υπερισχύουν οι δυνάμεις της Κόλασης".

Η περιγραφή και ανάλυση του τρόπου με τον οποίο ο σκηνοθέτης ενσωμάτωσε τα τέσσερα αυτά επίπεδα στην ταινία είναι αντικείμενο σχολών κινηματογράφου και σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση ο Ανό κατάφερε, μιμούμενος τη μέθοδο και όχι τη γραφή του Έκο, να δομήσει τα υλικά της ταινίας του με τόση προσοχή και μαστοριά ώστε να κατασκευάσει τελικά μια άκρως επιτυχημένη, καλλιτεχνικά και εμπορικά, ταινία η οποία τηρουμένων των αναλογιών, είναι αντάξια του βιβλίου.


Τρίτη, 10 Απριλίου 2007

Περί κινηματογράφου ο λόγος...

Λόγος περί κινηματογράφου ή περί κινηματογράφου ο λόγος; Όπως και να διαβάσει κάποιος τον τίτλο του συγκεκριμένου blog ο μοναδικός και επαρκής λόγος για να συνεχίσει να διαβάζει τα όσα γράφονται και όσα θα γραφούν στο χώρο αυτό δεν είναι άλλος από το ενδιαφέρον και την περιέργεια για το φαινόμενο που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και καθιερώθηκε ως η έβδομη τέχνη, μεταξύ άλλων γιατί κατάφερε να αναδείξει ακόμα περισσότερο τις υπόλοιπες οκτώ.